Η καλύβα ήταν κατασκευασμένη πρόχειρα από κορμούς δένδρων, χώμα και οτιδήποτε υλικό μπορούσε να συλλεχθεί από το δάσος. Μέσα, ο αέρας ήταν βαρύς από την υγρασία και τον καπνό που ανέδυαν καμένα ξύλα. Μικρή φωτιά έκαιγε σε μια γωνία, ρίχνοντας τρεμουλιαστές σκιές στους σκοτεινούς από την αιθάλη τοίχους. Το πάτωμα ήταν γεμάτο με φλούδες πατάτας και τσόφλια κουκουναριού, απομεινάρια της σκληρής διαβίωσης μακριά από τις ανέσεις της ζωής στον πολιτισμό.

Τιμωρία γι ατις αμαρτίες τους...

Καθώς οι γεωλόγοι περιεργάζονταν τον χώρο, πέντε άνθρωποι ξεπρόβαλαν δειλά δειλά. Ένας ηλικιωμένος άντρας με μακριά γκρίζα γενειάδα προχώρησε και μίλησε ήρεμα: «Λοιπόν, αφού έχετε ταξιδέψει μέχρι εδώ, ας έρθετε κι εσείς»· συστήθηκε ως Καρπ Λίκοφ. Ο Καρπ σύστησε και τα τέσσερα παιδιά του: τον Σαβίν, τη Ναταλία, τον Ντμίτρι και την Αγάφια. Ήταν παιδιά αδύνατα, ντυμένα με κουρέλια και επιφυλακτικά απέναντι στους επισκέπτες. Στο βάθος, ακουγόταν μια βαριά γυναικεία φωνή που προσευχόταν τρεμάμενη· οι γεωλόγοι άκουγαν καλά ότι ψιθύριζε, πως η άφιξη των ξένων ήταν τιμωρία για τις αμαρτίες τους. Η καλύβα με τους κατοίκους της και την προσευχή που έφτανε ως τα αφτιά των «εισβολέων» θύμιζε ταινία του Αϊζενστάιν το δίχως άλλο, ταινία που είχε να κάνει με περασμένους αιώνες· ο Ιβάν ο Τρομερός; Κάτι τέτοιο!

Ενώ ο Καρπ έδειχνε πρόθυμος να μιλήσει, τα παιδιά του κρατούσαν αποστάσεις. Τα κορίτσια, ιδιαίτερα, φαίνονταν φοβισμένα και απελπισμένα. Οι γεωλόγοι, προβληματισμένοι για το πώς η παρουσία τους θα μπορούσε να επηρεάσει την οικογένεια, αντιμετώπισαν την κατάσταση με προσοχή, κάνοντας σύντομες, διακριτικές επισκέψεις τις επόμενες ημέρες ενώ, σταδιακά, άρχισαν να χτίζουν εμπιστοσύνη με τους τρωγλοδύτες του 20ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια μιας από αυτές τις συναντήσεις, ο Καρπ άρχισε να ιστορεί το πώς η οικογένειά του κατέληξε να ζει απομονωμένη, εντελώς αποκομμένη από τον έξω κόσμο. Ήταν μια ιστορία που πατούσε με το ένα πόδι στη θρησκοληψία και με το άλλο στον φόβο· μια ιστορία που είχε αρχίσει δεκαετίες νωρίτερα σε μια «άλλη» Ρωσία.
Η φυγή των Λίκοφ από τον πολιτισμό δεν ήταν απότοκος ατυχήματος, αλλά μια σκόπιμη πράξη φυγής. Οι Λίκοφ ήταν μέλη θρησκευτικής αίρεσης γνωστής ως Παλαιοχριστιανοί, παρακλάδι της Ρωσικής Ορθοδοξίας που είχε αντισταθεί στις λειτουργικές μεταρρυθμίσεις που χρονολογούνταν από τον 17ο αιώνα.

Μακριά από τον πολιτισμό για δεκαετίες!
Μακριά από τον πολιτισμό για δεκαετίες!

Διώξεις από τον Μέγα Πέτρο μέχρι τον Στάλιν

Οι Παλαιοχριστιανοί, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, είχαν υποστεί κύματα διωγμών, θεωρούμενοι αιρετικοί τόσο από το ρωσικό κράτος όσο και από την Εκκλησία. Επί αιώνες, πολλοί Παλαιοχριστιανοί είχαν αναζητήσει καταφύγιο σε απομακρυσμένες περιοχές για να διατηρήσουν τους παραδοσιακούς τους τρόπους διαβίωσης, τα 'ηθη και τα έθιμά τους, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των Αρχών.
Παρένθεση: θα θυμούνται κάποιοι την ιστορία με τους Παλαιοχριστιανούς της Κορινθίας που ανακαλύφθηκαν (το 2024) πριν από δύο χρόνια· κατοικούσαν σε λαγούμι, υπό πρωτόγονες συνθήκες με τόξα και βέλη για οπλισμό!
Επιστροφή στο θέμα μας: μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917, η πίεση εντάθηκε. Το νεοσύστατο σοβιετικό καθεστώς υιοθέτησε σκληρή στάση απέναντι στη θρησκεία και πολλές κοινότητες των Παλαιοχριστιανών διασκορπίστηκαν στα απώτατα όρια της αχανούς ρωσικής επικράτειας για να αποφύγουν την παρενόχληση και τη βία. Η πιο σκληρή περίοδος ήρθε τη δεκαετία του 1930, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εκκαθάρισης του Στάλιν, όταν η πίστη στον Χριστιανισμό ήταν όχι μόνο επικίνδυνη αλλά και παράνομη. Η θρησκευτική λατρεία ποινικοποιήθηκε, οι εκκλησίες έκλεισαν ή καταστράφηκαν και οι πιστοί ρίχνονταν στις φυλακές ή δολοφονούνταν.

Ο Καρπ Λίκοφ, νεαρός άνδρας εκείνη την εποχή, βίωσε αυτούς τους διωγμούς από πρώτο χέρι: μια μέρα, ενώ δούλευε στα χωράφια, παρακολούθησε με τρόμο στρατιώτες του καθεστώτος να πυροβολούν τον αδελφό του εν ψυχρώ για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις· εκείνη η τραγική στιγμή άλλαξε την πορεία της ζωής του. Με την απειλή να πλησιάζει και χωρίς καμία ελπίδα για ασφάλεια εντός της σοβιετικής (πολιτισμένης...) κοινωνίας, ο Καρπ πήρε μια καθοριστική απόφαση: να εξαφανιστεί· και το έκανε!
Το 1936, ο Καρπ συγκέντρωσε τα λίγα υπάρχοντα που είχε, τη σύζυγό του Ακουλίνα, τον εννιάχρονο γιο τους Σαβίν, τη δίχρονη κόρη τους Ναταλία και τα απολύτως απαραίτητα οικιακά αντικείμενα και μια χούφτα σπόρους· όλοι μαζί τρύπωσαν στην τάιγκα της Σιβηρίας και εξαφανίστηκαν. Αυτό που άρχισε ως απόδραση μετατράπηκε σε εξορία που κράτησε μια ζωή ολόκληρη!
Χρόνο με το χρόνο, η οικογένεια προχωρούσε όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος, αποφεύγοντας κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Έφτιαχναν αυτοσχέδιες καλύβες, στην πορεία, μαθαίνοντας σταδιακά πώς να επιβιώνουν με τη φύση εναντίον τους από τα προϊόντα της φύσης. Τελικά, εγκαταστάθηκαν σε μια απομακρυσμένη- απαγορευμένη- τοποθεσία, σε μια βουνοπλαγιά κοντά στον παραπόταμο Γερινάτ στη λεκάνη του ποταμού Αμπακάν.

Η διατροφή τους ήταν η απολύτως απαραίτητη!
Η διατροφή τους ήταν η απολύτως απαραίτητη!
Το σημείο ήταν τόσο απομακρυσμένο που βρισκόταν 250 χιλιόμετρα από τον πλησιέστερο ανθρώπινο οικισμό. Με μοναχά λίγα μεταλλικά δοχεία και τα βασικά εργαλεία που είχαν φέρει από τον έξω κόσμο, οι Λίκοβ βασίζονταν αποκλειστικά στο περιβάλλον τους για την επιβίωσή τους.

Το μαγείρεμα ήταν σχεδόν αδύνατο

Η διατροφή τους ήταν η απολύτως απαραίτητη- κυρίως πατάτες, σίκαλη, βατόμουρα και κάποιες φορές- πιο σπάνια- ένα άγριο ζώο που κατάφερναν να πιάσουν. Όταν τα ρούχα της οικογένειας φθείρονταν, κατασκεύαζαν άλλα από κάνναβη και φλοιό σημύδας· αυτά τα υλικά προσέφεραν ελάχιστη προστασία από τις πολικές θερμοκρασίες, αλλά ήταν τα μόνα που είχαν· και όμως επέζησαν!
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, τα μαγειρικά τους σκεύη άρχισαν να χαλάνε. Η Ακουλίνα, πάντα ευρηματική, κατασκεύαζε καινούργια δοχεία από φλοιό ξύλου. Το μαγείρεμα ήταν σχεδόν αδύνατο. Η φωτιά στην καλύβα τούς χρησίμευε μόνο για να μην παγώνουν.
Μέσα στις δυσκολίες, υπήρχαν και στιγμές χαράς. Ο Ντμίτρι και η Αγάφια γεννήθηκαν στην απόλυτη ερημιά, τυλιγμένοι σε χειροποίητο ύφασμα και φορώντας μικροσκοπικά γοβάκια από φλοιό δένδρων.

Ο Καρπ αφιέρωσε τη ζωή του στη διδασκαλία των παιδιών του, στις δεξιότητες που χρειάζονταν για να επιβιώσουν: πώς να μαζεύουν καθαρό νερό, να κόβουν καυσόξυλα και να συντηρούν το εύθραυστο καταφύγιο που τα προστάτευε από τα στοιχεία της φύσης. Το 1961, χτύπησε την οικογένεια των Ροβινσώνων η καταστροφή: Μια ισχυρή χιονόπτωση, Ιούνιο μήνα, κατέστρεψε τις καλλιέργειές τους, αφήνοντας την οικογένεια χωρίς αποθέματα τροφίμων.
Αντιμέτωπη με τα βάσανα των παιδιών της, η Ακουλίνα έκανε μια αλτρουιστική επιλογή: επέλεξε να στερηθεί το φαγητό για να μπορέσουν να ζήσουν τα παιδιά, θυσιάζοντας τελικά τη ζωή της για τη δική τους. Όταν οι γεωλόγοι έμαθαν για τον θάνατό της συγκλονίστηκαν· προσφέρθηκαν να επαναφέρουν την οικογένεια πίσω στον πολιτισμό, όπου θα τους περίμεναν ζεστά σπίτια, ιατρική περίθαλψη και φαγητό· οι Λίκοφ αρνήθηκαν.

Ποιος Παγκόσμιος Πόλεμος;

Τα παιδιά δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα για τον έξω κόσμο: είχαν μεγαλώσει πιστεύοντας ότι οι πόλεις ήταν τόποι αμαρτίας και βασάνων, και η ιδέα να εγκαταλείψουν το σπίτι τους ήταν βαθιά ανησυχητική. Η οικογένεια δεν γνώριζε το παραμικρό για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την πυρηνική εποχή ή τις σαρωτικές αλλαγές που είχαν μεταμορφώσει τον Κόσμο όσο εκείνοι πάσχιζαν να τραφούν στα πυκνά δάση. Ο χρόνος, για αυτούς, είχε σταματήσει. Οι γεωλόγοι σεβάστηκαν τις επιθυμίες τους, άφησαν στην οικογένεια κάποια απαραίτητα: αλάτι, σιτηρά, μαχαίρια, πιρούνια, χαρτί, έναν φακό και στιλό. Οι γεωλόγοι συνέχισαν την αποστολή τους, και επισκέπτονταν τακτικά τους Λίκοβ, οι οποίοι είχαν έρθει πιο κοντά τους. Τους προτάθηκε πολλές φορές η μετεγκατάσταση, ωστόσο η οικογένεια επέλεξε να παραμείνει στην αυτοσχέδια καλύβα της, όπου οι θερμοκρασίες συχνά παρέμεναν κοντά στο μηδέν.

Όταν ρωτήθηκε, η Αγάφια, για το πώς είδε τη ζωή στην πόλη απάντησε με απλότητα: «πάρα πολλοί άνθρωποι, πάρα πολλά αυτοκίνητα»...
Όταν ρωτήθηκε, η Αγάφια, για το πώς είδε τη ζωή στην πόλη απάντησε με απλότητα: «πάρα πολλοί άνθρωποι, πάρα πολλά αυτοκίνητα»...

Η τελεταία επιζήσασα... 

Το 1981, ο Σαβίν, η Ναταλία και ο Ντμίτρι πέθαναν με διαφορά ημερών ο ένας από τον άλλον. Ο Καρπ και η Αγάφια έζησαν ειρηνικά στην καλύβα μέχρι τον θάνατο του Καρπ το 1988. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Αγάφια παρέμεινε στην καλύβα εκτρέφοντας κατσίκες και φροντίζοντας τον μικρό κήπο· μοιράστηκε την καλύβα για 18 χρόνια με τον Γεροφέι Σεντόφ, έναν από τους γεωλόγους! Ο Σέντοφ πέθανε τον Μάιο του 2015. Την ίδια χρονιά, η Αγάφια ενώθηκε με τον Γκεόργκι Ντανίλοφ, έναν 53χρονο άνδρα που ανταποκρίθηκε στο δημόσιο αίτημά της για βοήθεια: μετακόμισε στην απομακρυσμένη κατοικία της και της προσέφερε υποστήριξη όπου χρειαζόταν. Το 2016, η Αγάφια διακομίστηκε με ελικόπτερο από τον απομακρυσμένο τόπο της σε νοσοκομείο λόγω σοβαρών προβλημάτων στις αρθρώσεις των ποδιών της, τα οποία προκλήθηκαν από τα πολλά χρόνια σκληρής ζωής· επέστρεψε στο δάσος, όπου παραμένει εκεί από το 2024. Όταν ρωτήθηκε, η Αγάφια, για το πώς είδε τη ζωή στην πόλη απάντησε με απλότητα: «πάρα πολλοί άνθρωποι, πάρα πολλά αυτοκίνητα»… 

https://www.ethnos.gr